08 Φεβρουαρίου 2014

«Μαμά, δε θέλω να διαβάσω»



Η νέα γενιά μαμάδων και μπαμπάδων μεγάλωσε με ένα στόχο. Να τελειώσουν το πανεπιστήμιο και να βρουν μια καλή δουλειά. Οι περισσότεροι κατάφεραν να ολοκληρώσουν μόνο το πρώτο μέρος του στόχου. Παρόλα αυτά, συνεχίζουν να πιέζουν τα παιδιά να κάνουν το ίδιο, να πετύχουν στις πανελλήνιες, να πάρουν όλα τα πτυχία τους για να μπορέσουν να βρουν μια καλή δουλειά. Μα είναι τελικά αυτός ο μόνος δρόμος προς την επιτυχία;
Πρώτος στόχος δεν είναι να είμαστε ευτυχισμένοι; Πρώτος στόχος δεν είναι να κάνουμε αυτό που αγαπάμε; Η ερώτηση που απαντήσαμε στο σχολείο ήταν «Τι θέλεις να γίνεις όταν μεγαλώσεις;», και μεγαλώνοντας, ξεχάσαμε τις απαντήσεις που είχαμε δώσει τότε. Και τώρα, οι περισσότεροι βρίσκονται από την άλλη πλευρά. Έγιναν οι άνθρωποι που θεωρούν επιτυχία έναν αριθμό πάνω σε μια κόλλα χαρτί… Στην αρχή ο βαθμός του σχολείου και λίγο αργότερα το ποσό στο χαρτί της μισθοδοσίας. Και κάπου στην πορεία, ανάμεσα στα νούμερα, ανάμεσα στα χαμένα και στα κερδισμένα όνειρα, σε αυτά που ελπίζαμε ότι θα κάνουμε και σε αυτά που κάναμε, κάποιοι έγιναν γονείς. Και θέλουν τα παιδιά τους να πετύχουν, θέλουν έναν μεγάλο βαθμό πάνω σε μια κόλλα χαρτί. Μια ελπίδα ότι το παιδί θα έχει όλα τα θεμέλια για να πετύχει μετά το σχολείο και κανένα εμπόδιο δε θα το σταματήσει. Και γίνονται οι ίδιοι οι γονείς το εμπόδιο στην ευτυχία του.
Τι γίνεται, όμως, όταν το παιδί δε διαβάζει; Όταν το παιδί δεν προσέχει; Τι κάνει ο καθηγητής; Τι κάνει ο μαθητής; Τι κάνει η μαμά και ο μπαμπάς;
Ως καθηγήτρια, η πρώτη αντίδρασή μου, όταν βλέπω ένα παιδί να μη θέλει να διαβάσει, είναι να το πάρω με το καλό. Να του αλλάξω λίγο κατεύθυνση, να μην το πιέσω και τόσο πολύ. Και οι βδομάδες περνάνε κι εμείς δεν προχωράμε και το παιδί συνεχίζει να μη διαβάζει. Μετά δείχνω λίγο πιο σκληρό πρόσωπο. Αρχίζω να βάζω τιμωρίες, να φωνάζω. Και τότε είναι που θυμάμαι πώς είναι να είσαι παιδί. Μπαίνω στη θέση του, αντιλαμβάνομαι πως φεύγοντας  θα χαίρεται που έφυγα και θα νιώθει αποστροφή στην ιδέα να ξαναπάω πίσω. Μιλάω με τη μαμά, ρωτάω πώς τα πάει στο σχολείο. Συνήθως σχολείο και ιδιαίτερα ή φροντιστήρια έχουν παράλληλη πορεία, οπότε η απάντηση ποτέ δεν αποτελεί έκπληξη. Άλλες μαμάδες φωνάζουν, άλλες αγχώνονται, άλλες πελαγώνουν κι άλλες με ρωτούν τι να κάνουν.
Πώς πρέπει, λοιπόν, να αντιμετωπίσει ο γονιός ένα παιδί που δε διαβάζει; Πότε πρέπει να ανησυχήσει; Και τελικά, πρέπει να ανησυχήσει; Υπάρχει λύση; Είναι μία και λειτουργεί για όλα τα παιδιά; Επιβράβευση ή τιμωρία; Σιωπή ή φωνή;
    ~ Ζωή Μακρή/ Καθηγήτρια Αγγλικής Γλώσσας
 ---
Διαβάζοντας το κείμενο της Ζωής θυμήθηκα εκείνη την παλιά ιστορία που μάθαμε από τις γιαγιάδες μας για τη μάνα κουκουβάγια που βρίσκει το παιδί της το ομορφότερο, το καλύτερο και το εξυπνότερο του κόσμου. Το ερώτημα που γεννιέται είναι τι γίνεται όταν τα παιδιά έρχονται να διαψεύσουν τις προσδοκίες μας.
Τα παιδιά γίνονται οι δικές μας προβολές. Μέσα από τη συμπεριφορά τους εκφράζεται ο τρόπος ζωής της οικογένειας, οι προτεραιότητες, οι ανάγκες και τα συναισθήματα. Μέσα από τις επιλογές τους καθρεφτίζονται συχνά οι ίδιοι οι γονείς. Έτσι, ακόμα κι αν εμείς όταν ήμαστε παιδιά νιώθαμε αποστροφή για το διάβασμα και το σχολείο, το να είναι τα παιδιά μας καλοί μαθητές γίνεται θέμα υψίστης σημασίας, καθώς ασυνείδητα μεταφράζεται στο ότι εμείς αποτελούμε καλούς γονείς.
Μόνο που κάθε παιδί έχει τη μοναδικότητά του. Μιλώντας με γονείς και εκπαιδευτικούς το αίτημα που εκφράζεται είναι «πώς θα κάνω το παιδί μου να διαβάσει;». Σπάνια το ενδιαφέρον επικεντρώνεται στο γιατί ένα παιδί, που η τάση του για μάθηση είναι έμφυτη, αρνείται να διαβάσει. Το αποτέλεσμα είναι να εστιάζουμε στο δέντρο, χάνοντας το δάσος: αδυνατούμε να «ακούσουμε» τις πραγματικές ανάγκες του παιδιού μας και να δημιουργήσουμε εκείνη τη γέφυρα που θα το βοηθήσει να κάνει τα επόμενα βήματα. Ένας φαύλος κύκλος ξεκινά.
diabasma
Ένας κύκλος που μαθαίνει στα παιδιά πως το να μη διαβάζουν είναι ένας τρόπος να κερδίζουν την προσοχή των γονιών τους, να επικοινωνούν μαζί τους με έναν τρόπο, ακόμα κι αν χαρακτηρίζεται από αρνητικό πρόσημο.
Στην πράξη, λοιπόν, όταν ένα παιδί αρνείται να διαβάσει, πριν θυμώσουμε, είναι σημαντικό να καταλάβουμε γιατί: μπορεί να μην ξέρει τον τρόπο, μπορεί να δυσκολεύεται στη συγκέντρωση, μπορεί να είναι κουρασμένο, μπορεί να μην καταλαβαίνει αυτό που προσπαθεί να μάθει, μπορεί απλώς να αντιδρά στη δική μας πίεση. Κάθε πιθανή απάντηση συνοδεύεται και από μία διαφορετική αντιμετώπιση. Έτσι, για παράδειγμα, σε ένα παιδί που δεν συγκεντρώνεται χρειάζεται να φτιάξουμε ένα περιβάλλον μελέτης απομονωμένο από πολλά ερεθίσματα και να δίνουμε κάθε φορά μικρές και σαφείς οδηγίες. Από την άλλη σε ένα παιδί που απλώς αντιδρά, είναι σημαντικό να κάνουμε ένα βήμα πίσω, επιτρέποντάς του να κάνει τη δική του επιλογή, να βρει το προσωπικό του κίνητρο για μάθηση.
Το κοινό σημείο σε κάθε προσέγγιση είναι ο σεβασμός στην ανάγκη του παιδιού. Η ενεργή ακρόαση και η ενσυναίσθηση βοηθούν στο χτίσιμο μιας λειτουργικής επικοινωνίας μαζί του. Σκοπό αποτελεί το να καταφέρει το παιδί να φρουρεί τα όνειρά του. Το σχολικό διάβασμα αποτελεί έναν από τους δρόμους αλλά όχι τον μοναδικό. Ο γονέας οφείλει να πάρει το παιδί του από το χέρι να εξερευνήσουν μαζί όλους τους πιθανούς δρόμους. Όχι σαν επιβολέας εξουσίας αλλά σαν εκείνο τον πολύτιμο βοηθό, που μαζί του το παιδί θα νιώσει την ασφάλεια και τη σιγουριά να πειραματιστεί και να ανοίξει τα φτερά του.
__________
  ~ Αθηνά Παπαδοπούλου, Ψυχολόγος- Ψυχοθεραπεύτρια (Δραματοθεραπεύτρια)
   Πηγή: mythia-therapy.gr
Αντικλείδι , http://antikleidi.com

06 Φεβρουαρίου 2014

Το Ηλιοτρόπιο - Του Ευγένιου Τριβιζά

Ήταν κάποτε ένα λιβάδι γεμάτο ηλιοτρόπια. Κι όλα αυτά τα ηλιοτρόπια κοιτούσαν ολημερίς με θαυμασμό τον ήλιο. Όταν ο ήλιος ήταν από κει, γύριζαν από κει. Όταν ο ήλιος ήταν από δω, γυρνούσαν από δω. Εκτός από ένα.
Ένα μόνο ηλιοτρόπιο απ΄όλα τα ηλιοτρόπια του κάμπου δεν κοίταζε τον ήλιο. Όταν ο ήλιος ήταν από δω, το ηλιοτρόπιο αυτό κοιτούσε από κει. Όταν ο ήλιος ήταν από κει, το ηλιοτρόπιο κοιτούσε από δω
120"Μα γιατί δεν κοιτάς κι εσύ τον ήλιο τον ακριβοθώρητο όπως εμείς;"
ρωτούσαν τ΄άλλα ηλιοτρόπια απορημένα.
"Και γιατί να τον κοιτάω;"
"Επειδή είναι χρυσός. Επειδή λάμπει κι ανασαίνει φως".
"Ε και λοιπόν; Χαρά στο πράγμα! Ανασαίνει φως και κάτι έγινε"
"Τι θες να πεις; Δεν σ΄αρέσει δηλαδή;"
"Καλός είναι δεν λέω, αλλά όχι και να τον θαυμάζει κανείς απ΄το πρωί ίσαμε το βράδυ. Αλήθεια, δεν μπορώ να καταλάβω τι του βρίσκετε και τον κοιτάτε σαν χαζά, μέρα μπαίνει μέρα βγαίνει".
"Δεν είναι στα καλά τουσκέφτονταν τα ηλιοτρόπια "Ακούς εκεί, να μη θέλει να κοιτάζει τον ήλιο;"
Magic-Landscape-Sunflower-Garden_1920x1080Και περνούσαν οι μέρες. Και όλα τα ηλιοτρόπια κοιτούσαν τον ήλιο, εκτός από κείνο το ηλιοτρόπιο το ένα, που κοιτούσε πάντα από την αντίθετη μεριά.
"Δε μου λες; Γιατί δεν με κοιτάς;"
το ρωτάει μια μέρα ο ήλιος
"Άσε με ήσυχο" είπε το ηλιοτρόπιο
"Πες μου, γιατί δε με κοιτάς;"
ξαναρωτάει ο ήλιος.
"Θέλεις αλήθεια να σου πω;"
"Ναι"
"Επειδή… θέλω να βγαίνεις μόνο για μένα. Μόνο για μένα να γελάς. Να λάμπεις μόνο για μένα. Εμένα μόνο να ζεσταίνεις" είπε το ηλιοτρόπιο.
"Αν έβγαινες μόνο για μένα, τότε ναι θα σε κοιτούσα"
Μα δεν γίνεται αυτό" αποκρίθηκε ο ήλιος. "Δεν γίνεται να βγαίνω μόνο για σένα, να γελάω μόνο για σένα, εσένα μόνο να ζεσταίνω. Δεν γίνεται"
"Τότε κι εγώ δεν θα σε κοιτάω"
"Μα πρέπει μικρό ηλιοτρόπιο. Θα μαραθείς, αν δε με κοιτάς"
"Και τι σε νοιάζει εσένα αν μαραθώ. Παράτα με" είπε το ηλιοτρόπιο
". Δεν μίλησε ο ήλιος. Και το ηλιοτρόπιο κοιτούσε με πείσμα από την άλλη τη μεριά. Και περνούσαν οι μέρες και άρχισε να χλωμιάζει το ηλιοτρόπιο.
"Είδατε;" ψιθύρισαν τ' άλλα ηλιοτρόπια μεταξύ τους "Δεν κοιτάζει τον ήλιο και ορίστε.. Ιδού τα αποτελέσματα. Δεν το βλέπω καθόλου καλά. Να το θυμηθείτε ότι έτσι που πάει αργά ή γρήγορα θα μαραθεί".
Είχε δίκιο. Κάθε μέρα που περνούσε το ηλιοτρόπιο γινόταν όλο και πιο χλωμό, ο μίσχος στα πέταλά του μαραινόταν, αλλά ούτε που γύριζε να κοιτάξει τον βασιλιά τον ήλιο.
Παραξενεμένα τα ηλιοτρόπια, το άκουγαν να μιλάει μόνο του. "Φύγε" έλεγε "δε θέλω να σε βλέπω. Φύγε"
sunflower (1)Ώσπου ένα βράδυ, το τελευταίο κείνο βράδυ, όταν όλα τ΄άλλα ηλιοτρόπια είχαν αποκοιμηθεί, μέσα στη νύχτα, μέσα στη σιωπή, πρόβαλε ο ήλιος. Πρώτη φορά έβγαινε το βράδυ. Δεν είχε ξαναγίνει κάτι τέτοιο. Βγήκε κι έδιωξε το σκοτάδι και πλημμύρισε μ΄ένα χρυσαφένιο φως, μαγευτικό φως τ΄όνειρό του.
"Ήρθες;" είπε το ηλιοτρόπιο.
"Ήρθα"
είπε ο ήλιος
"Μόνο για μένα;"
"Μόνο για σένα" αποκρίθηκε ο ήλιος "Έλα".
Ένιωσε ανάλαφρο το ηλιοτρόπιο, τόσο ανάλαφρο σαν να μη το έδενε η ρίζα του στο χώμα. Λες κι έγιναν φτερά τα φύλλα του, αφέθηκε ν΄ανεβαίνει.. Κι ανέβαινε, όλο ανέβαινε.. Ήταν τόσο μαγευτικός ο ουρανός, τόσο φωτεινός, δεν γίνεται πιο φωτεινός.. Κι έφτασε κοντά στον ήλιο. Κι από κει ψηλά είδε όλες τις θάλασσες, κι όλα τα λιβάδια, είδε λίμνες, είδε λειμώνες  είδε δάση, είδε ροδώνες και χώρες μαγικές και κόρφους μυστικούς και νησιά που ταξιδεύανε στο κύμα και πράσινα ποτάμια που στραφτάριζαν κι ολόλευκα πουλιά πάνω απ΄τα βουνά τ΄ασημένια.
"Έλα κοντά μου" είπε ο ήλιος. Το ηλιοτρόπιο πήγε κοντά.
"Πιο κοντά"
είπε ο ήλιος. Το ηλιοτρόπιο πήγε πιο κοντά.
"Κοίτα με" είπε ο ήλιος "Κοίτα με ηλιοτρόπιο" Το ηλιοτρόπιο τον κοίταξε.
"Εσένα μόνο" είπε ο ήλιος, και το άγγιξε με την ανάσα του.
Κι ένιωσε την ανάσα εκείνη να το καίει σαν πυρετός, σαν φλόγα να το αγκαλιάζει, σαν αστραπή θαμπωτική να το πονά κι ήταν όλα ένα χρυσάφι μέσα του, ολόγυρά του. Φλόγα θαμπωτική ο ουρανός απ΄άκρη σε άκρη. Κι ένιωσε τα φυλλοκάρδια του ν΄ανοίγουν, να γλιστράνε, να σκορπάν τα σπόρια του, να πέφτουν δάκρυ και βροχή στις θάλασσες του κόσμου κι όπως αγγίζαν τον αφρό, όπως άγγιζαν το κύμα σπίθες ξενες να πηδούν, μυριάδες ηλιοτρόπια να βλασταίνουν στη στιγμή, κύματα κι άλλα κύματα από ηλιοτρόπια χρυσά, ήλιοι λουλουδένιοι που στραφτάριζαν ολούθε ονειρικά, θάλασσες απέραντες χωρίς αρχή και τέλος.
3205572737_732edd6921
Είχε συννεφιά τ΄άλλο πρωί. Δεν βγήκε τη μέρα εκείνη ο ήλιος. Κατασκότεινος ο ουρανός, λες κι ήταν βουρκωμένος . Το ηλιοτρόπιο έγερνε στο μίσχο του ξερό, καψαλισμένο, δίχως δροσιά, χωρίς πνοή, ανάμεσα στα δροσά ηλιοτρόπια του κάμπου.
"Τά΄θελε και τά΄παθε" είπε ένα ηλιοτρόπιο
"Πήγαινε γυρεύοντας" είπε ένα άλλο. Έτσι είπαν.
Έτσι είπαν και το λυπήθηκαν. Το λυπήθηκαν επειδή κανένα τους δε μάντεψε, πόσο μεγάλη ήταν η αγάπη του, κανένας δεν έμαθε ποτέ το τελευταίο όνειρό του.
Ευγένιος Τριβιζάς.

01 Φεβρουαρίου 2014

Φεβρουάριος

Καλό σας μήνα !
«Φεβρουάριος ή Φλεβάρης» Ο Φεβρουάριος είναι ο δεύτερος μήνας του έτους, επονομαζόμενος χαϊδευτικά και Κουτσοφλέβαρος λόγω του ότι έχει 28 ημέρες στα κοινά έτη και 29 στα δίσεκτα. Στα λατινικά η λέξη Φεβρουάριος προέρχεται από το ρήμα «εξαγνίζω» (februum) λόγω των θρησκευτικών εορτών εξαγνισμού και καθαρμού (Februa ή Februa Αγίου Τρύφωνα την 1η του μήνα του έδωσε και το όνομα «Αϊ-Τρύφωνας». tio) που τελούνταν στη Ρώμη στη διάρκεια του μήνα. Στην Ελλάδα έχει πάρει και διάφορες άλλες ονομασίες σμε χετικές τη μικρή του διάρκεια: Μικρός, Κουτσός, Φλιάρης, Γκουζούκης και Κούντουρον (ποντ.κοντή+ουρά).
Tsarouxis_9
Το Φλεβάρης προέρχεται από τις «φλέβες», τα υπόγεια δηλαδή νερά που αναβλύζουν στη διάρκειά του από τις πολλές βροχές, ενώ η γιορτή του Αγίου Τρύφωνα την 1η του μήνα του έδωσε και το όνομα «Αϊ-Τρύφωνας». Παρ’ όλα αυτά ο Φλεβάρης με τις ανθισμένες αμυγδαλιές είναι επίσης και προπομπός της άνοιξης, καθώς μας λέει και η παροιμία, «Ο Φλεβάρης κι αν φλεβίσει, καλοκαίρι θα μυρίσει».
Και μαζί με την οργιάζουσα φύση έρχονται και οι οργιαστικές τελετουργίες της Αποκριάς. Όπως αναφέρει ο Χριστόφορος Μηλιώνης: «Κύριο χαρακτηριστικό των εορτών αυτών είναι η μεταμφίεση (μασκαράδες, καρναβάλια), το γλέντι, οι βωμολοχίες και τα σκώματα που σκοπό έχουν να ξυπνήσουν τις δυνάμεις της γονιμότητας. Αρχίζουν με το Τριώδιο, κορυφώνονται τις Αποκριές (την Κυριακή της Κρεοφάγου και, κυρίως, της Τυρινής) και τερματίζονται την Καθαρή Δευτέρα, με έξοδο στο ύπαιθρο, με φαγοπότι και «σαρακοστιανά» (λαγάνες, δηλαδή άζυμα, παστά ψάρια, ταραμά, τουρσιά, φρέσκα κρεμμυδάκια και σκόρδα), με χορούς και χαρταετούς.» Η αρχή του Τριωδίου αναγγελλόταν με πυροβολισμούς και με ταμπούρλα και γίνονταν ιδιαίτερα αισθητή την Τσικνοπέμπτη. Όπως αναφέρει ο Γεώργιος Ν. Αικατερινίδης, «την Τσικνοπέμπτη, σφάζονται σε πολλά μέρη τα χοιρινά, κυρίως στη νότια Ελλάδα και σε ορισμένα νησιά. Το Σάββατο όμως της ίδιας εβδομάδας, καθώς και τα δύο επόμενα Σάββατα, της Τυρινής και εκείνο της πρώτης εβδομάδας της Σαρακοστής, των αγίων Θεοδώρων, είναι αφιερωμένα στη μνήμη των πεθαμένων. Στα Ψυχοσάββατα αυτά φαίνεται ότι συνεχίζεται η αρχαία συνήθεια, αν λάβουμε υπόψη ότι στα Ανθεστήρια, που τελούνταν στην αρχαία Αθήνα την ίδια περίπου εποχή που σήμερα είναι οι Απόκριες, η τρίτη ημέρα, οι Χύτροι, ήταν ημέρα των ψυχών, με προσφορές πανσπερμίας στους νεκρούς και σπονδές από νερό πάνω στους τάφους.» Στα ψυχοσάββατα οι ψυχές κάθονται επάνω στα δέντρα και τα βλαστάρια του αμπελιού, γι’ αυτό δεν κόφτουν ως τότε βλαστάρια, μήπως πέσουν οι ψυχές που είναι καθισμένες επάνω σ’ αυτά και κλάψουν.
Σύμφωνα με τον Γεώργιο Δημητροκάλλη «τούτο το κάθισμα των ψυχών πάνω στα δέντρα έχει ρίζες προχριστιανικές, κι έχουμε παραστάσεις αρχαίες, κι ακόμα και χριστιανικές, κι ας μην το ‘χει στις διδαχές του ο Χριστιανισμός. Αυτό γιατί αυτές οι δοξασίες είναι πανάρχαιες και οικουμενικές, κάπου μάλιστα των φύλλων του δάσους το θρόισμα, ψυχοθρόισμα, μουρμούρισμα των ψυχών.» Τα έθιμα της Αποκριάς έχουν όμως πολλές προεκτάσεις πέρα από τον ανανεωτικό, γονιμικό και θρησκευτικό χαρακτήρα τους. Όπως αναφέρει ο Λευτέρης Αλεξάκης «ιδιαίτερα η τελευταία μεγάλη Αποκριά (της Τυρινής) δίνει την ευκαιρία να αναζωογονηθούν και να ενισχυθούν οι οικογενειακοί και γενικότερα οι συγγενικοί δεσμοί, να εκφραστεί ο σεβασμός των νεοτέρων προς τους ηλικιωμένους, ιδιαίτερα των νυφάδων προς τα πεθερικά, να σμίξουν απομακρυσμένοι συγγενείς και να περάσουν ευχάριστα λίγο πριν από τη μεγάλη νηστεία της Σαρακοστής.»
Αλλά και η επόμενη ημέρα, η Καθαρά Δευτέρα, παρόλα τα νηστίσιμα φαγητά της, δεν είναι παρά «μία προέκταση της αποκριάτικης περιόδου, με κύρια στοιχεία την αθυροστομία, τα αλληλοπειράγματα, τα σκώμματα, τη σάτιρα, που σε κανέναν δεν προκαλούν ενόχληση, αλλά αντίθετα, όλοι τα επιδιώκουν, για το καλό», όπως αναφέρει ο Γεώργιος Ν. Αικατερινίδης.
Κι έτσι με γέλια και τραγούδια αποχαιρετούσαν την Αποκριά: «Επέρασε η Αποκριά με λύρες με παιγνίδια/και μπήκε η Σαρακοστή μ’ ελιές και με κρομμύδια» και «Τ΄ ακούτε τι παράγγειλε η Καθαρή Δευτέρα;/ Πεθαίν΄ ο Κρέος, πέθανε, ψυχομαχάει ο Τύρος/ σηκώνει ο Πράσος την ουρά κι ο Κρέμμυδος τα γένεια/ Μπαλώστε τα σακούλια σας, τροχίστε τα λεπίδια/ και στον τρανό τον πλάτανο, να μάσουμε Στεκούλα».
Οι κραιπάλες όμως της Αποκριάς εξαγνίζονται με τα Συμόγιορτα, ένα τριήμερο αφιερωμένο σε τρεις αγίους: τον Αϊ-Τρύφωνα την 1η, την Υπαπαντή στις 2 και του Αϊ Συμιού (άγιος Συμεών) στις 3 του μήνα. Σύμφωνα με την λαϊκή παράδοση ο καιρός την ημέρα της Υπαπαντής μπορεί να βοηθήσει στην «πρόβλεψη» των μεταβολών του καιρού που θα ακολουθήσει: «Καλοκαιρία της Παπαντής, μαρτιάτικος χειμώνας» και «Ό,τι καιρός κάμει τση Παπαντής, θα τον κάμει σαράντα μέρες».
Πρώτη δημοσίευση: Διονύσης Π. Σιμόπουλος, «Οι Μήνες Ιανουάριος και Φεβρουάριος», ‘Γεωτρόπιο’ Ελευθεροτυπίας, Τεύχος 507 (2 Ιανουαρίου 2010)
_______
Πηγέςfacebook Δ.Σιμόπουλου , wikipedia , διαδίκτυο
by Αντικλείδι , http://antikleidi.com